Marc Chagall, Abraham and the Three Angels,1966

Τα Αγιολογικά στον Καβάφη και τον Ελύτη

Η θρησκευτικότητα των δύο μεγάλων ποιητών μας του Κ.Π. Καβάφη και του Οδυσσέα Ελύτη, έχει γίνει αντικείμενο μελέτης από τους ειδικούς. Μια ενδιαφέρουσα πτυχή αυτής της θρησκευτικότητας είναι η έμπνευση των δύο ποιητών από αγίους της Ορθόδοξης Εκκλησίας, για τους οποίους έγραψαν ποιήματα ή δοκίμια, ενώ ανακαλύπτουμε διάσπαρτες αναφορές και σε άλλα έργα τους.

Οι προσεγγίσεις τους δεν είναι θεολογικές, αλλά περισσότερο ποιητικές, καθώς βλέπουν τους αγίους από μια δική τους οπτική γωνία, η οποία είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσα.

Στον Καβάφη υπερισχύει το ιστορικό στοιχείο (Συμεών, Οι άγιοι επτά παίδες εν Εφέσω, Εις τα περίχωρα της Αντιοχείας κ.α.), ενώ στον Ελύτη το γλωσσικό και το απόθετον κάλλος (Ρωμανός ο Μελωδός, Ακινδύνου, Ελπιδοφόρου, Ανεμποδίστου κ.ά.).

Είναι σίγουρο ότι και οι δύο ποιητές είχαν ως πηγές τους, για τις αγιολογικές αναφορές τους, εκκλησιαστικά κείμενα τα οποία είχαν στη βιβλιοθήκη τους, μελετούσαν και μετουσίωναν σε δικό τους ποιητικό λόγο.

Κ.Π. ΚΑΒΑΦΗΣ

Ο Αλεξανδρινός Κ. Π. Καβάφης είχε καταγωγή Πολίτικη και έχοντας ζήσει για τρία χρόνια στην Κωνσταντινούπολη, στο σπίτι του φαναριώτη παππού του, Γεωργάκη Φωτιάδη, έγραψε ποίημα για το Νιχώρι στα 1885, εκθειάζοντας κυριολεκτικά το φυσικό κάλλος και τις ομορφιές του ξεχωριστού αυτού χωριού του Βοσπόρου.

Δεν παραλείπει να επισημάνει και τη θρησκευτικότητα του Νιχωριού, όταν γράφει:

Εάν στης Κουμαριώτισσας της Παναγίας θελήσης

την εκκλησία να μπης μ’ εμέ, φανατικός συγχώρει

αν είμ’ εκεί. Άλλην θαρρώ χάριν οι παρακλήσεις

έχουνε στο πιστό Νιχώρι.

Η Παναγία η Κουμαριώτισσα είναι μέχρι σήμερα ο κεντρικός ναός της ρωμέικης Κοινότητας Νεοχωρίου και στον αυλόγυρο του Ναού η Κοινότητα έστησε την προτομή του Καβάφη για να θυμίζει τη βιωτή του ποιητή εκεί.

Σε ένα πεζό κείμενό του με τον τίτλο “Οι Βυζαντινοί ποιηταί” (1893), ο Κ.Π. Καβάφης επιχειρεί μια “σύντομον, συντομωτάτην σκιαγραφίαν της Bυζαντινής ποιήσεως”,  εκφράζοντας την βεβαιότητα ότι “εξ αυτής ο αναγνώστης θα εννοήση ότι το αντικείμενον είναι εκτενές και άξιον της σπουδής των ημετέρων λογίων.”

Το ενδιαφέρον είναι ότι στο πεζό αυτό ο Αλεξανδρινός ποιητής αναφέρεται και στον άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο, ο οποίος υπήρξε, ως γνωστόν, και σπουδαίος ποιητής. Ο Καβάφης παραθέτει την γνώμη του ιστορικού Κωνσταντίνου Παπαρρηγόπουλου για τον άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο, ο οποίος βασίζεται σε μελέτες της εποχής του, που συγκρίνουν την ποίηση του αγίου με αυτήν του Γάλλου ποιητή και συγγραφέα Λαμαρτίνου.

Εδώ ο Καβάφης φαίνεται πως είναι γνώστης και της γενικότερης έρευνας του καιρού του. Γι’ αυτό και ξέρει και το έργο που αποδιδόταν στον άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο. Γράφει:  “Περιήλθε δ’ εις ημάς δράμα του 11ου ή 12ου αιώνος επιγραφόμενον Xριστός Πάσχων, το οποίον είναι έργον με αξίαν και διά πολύν καιρόν απεδίδετο εις τον κάλαμον του αγ. Γρηγορίου του Nαζιανζηνού.”

Στα 1896 ο Καβάφης γράφει το ποίημα «Σαλώμη» και πρόκειται για μία από τις πρώτες νεοελληνικές εκδοχές του μύθου, έστω κι αν αυτό το ποίημα θα παραμείνει ανέκδοτο ως τον θάνατό του. Ο τίτλος του δεν είναι άλλος από ένα γυναικείο όνομα. Η Σαλώμη είναι αυτή που ζήτησε από τον Ηρώδη το κεφάλι του Ιωάννη του Βαπτιστή. 

Ο Καβάφης γράφει το ποίημα «Σαλώμη»  έχοντας υπ’ όψιν του την ευαγγελική διήγηση (όπου, ας σημειωθεί, δεν αναφέρεται το όνομα Σαλώμη, αλλά «θυγάτηρ της Ηρωδιάδος» και «κοράσιον»). Η χρονιά, όμως, συγγραφής του ποιήματος, έχει τη σημασία της, καθώς  στις 11 Φεβρουαρίου 1896 ανεβαίνει στο παρισινό θέατρο η Σαλώμη του Oscar Wilde. Όπως έδειξε η Diana Haas, μελετώντας το αρχείο του ποιητή, ο Καβάφης έχει αντιγράψει από την ίδια εφημερίδα ένα απόσπασμα από άρθρο του Jeun Laurain με τίτλο «Η Σαλώμη και οι ποιητές της», το οποίο αναφέρεται σε υποτιθέμενη ιστορία από απόκρυφο ευαγγέλιο της Νουβίας. Σύμφωνα με την πληροφορία του Laurain, η Σαλώμη δωρίζει το κεφάλι του Ιωάννη σε νεαρό Έλληνα σοφιστή που περιφρονεί τον έρωτα. Και όταν ο υπηρέτης του φέρνει την άλλη μέρα το κεφάλι τής χωρίς ανταπόκριση ερωτευμένης νέας, ο νεαρός διατάζει αηδιασμένος να πάρουν από μπροστά του το «αιματωμένο πράγμα» και επιστρέφει στην ανάγνωση του Πλάτωνα.

Στα 1917 ο Καβάφης μας δίνει τον «Συμεών», πάλι από τα Κρυμμένα. Ο Καβάφης αναφέρεται στον γνωστό χριστιανό ασκητή Συμεών τον Στυλίτη τον Πρεσβύτερο (περίπου 389-459), τον σημαντικότερο εκπρόσωπο αυτής της ασκητικής ακρότητας, του Στυλιτισμού, τη μνήμη του οποίου εορτάζει η Εκκλησία την 1η Σεπτεμβρίου.

Ο ποιητής εστιάζει στο γεγονός της παραμονής του ασκητή πάνω σε ένα στύλο, για τριάντα πέντε χρόνια, το οποίο και αποτελεί στοιχείο που τον εκπλήσσει και τον εντυπωσιάζει.

Ο Καβάφης αναφέρεται, επίσης, και στους πιστούς Χριστιανούς, οι οποίοι συγκεντρώνονταν κάτω από τον στύλο του αγίου για να τον δουν και να παρηγορηθούν πνευματικά.

Η Diana Haas παρατηρεί για το ποίημα ότι ο Καβάφης «στη σκηνοθεσία του “Συμεών”, το κέντρο του ενδιαφέροντος έχει μετατεθεί, από το μεταφυσικό “ύψος” του ασκητή αγίου στο εγκόσμιο επίπεδο των ανθρώπινων ασχολήσεων και “μικροτήτων” μεταφορικά, δηλαδή, αλλά και κυριολεκτικά έχει προσγειωθεί». 

Ο Καβάφης, όμως, γνωρίζει και τον «Συμεών» του Άγγλου ποιητή Άλφρεντ Λορντ Τέννυσον (1809-1892), ο οποίος έγραψε τον δραματικό μονόλογο “Άγιος Συμεών ο Στυλίτης” το 1833.

Ο Καβάφης, προσεκτικός αναγνώστης της ποίησης του Τέννυσον και επηρεασμένος βαθιά από αυτόν, πίστευε πως το ποίημα τούτο του Τέννυσον «δεν είναι άξιον του θέματος», πως ο δραματικός μονόλογος χρησιμοποιήθηκε «με τρόπο κοινό, σχεδόν τυχαίο», και πως μολονότι περιέχει «μερικούς καλοφτιαγμένους στίχους πέφτει ως προς τον τόνο». Μπορούμε να πούμε ότι ο Συμεών  του Καβάφη είναι η απάντηση του Αλεξανδρινού στον μεγάλο Άγγλο τεχνίτη του στίχου. 

Τον Απρίλιο του 1920 ο Καβάφης μας δίνει το ατελές ποίημα «Αθανάσιος». Αναφέρεται στο διπλό γεγονός της δίωξης του Πατριάρχη Αλεξανδρείας Αθανασίου και του θανάτου του Ιουλιανού. Συγκεκριμένα αναφέρεται στην τέταρτη εξορία του Αθανασίου, αυτή που του επιβλήθηκε επί Ιουλιανού.

Έχει μεγάλη σημασία το πώς εκφράζεται ο ποιητής για τον Αθανάσιο: «ὁ τὴν ὀρθὴν πίστιν τηρῶν», καθώς πράγματι η μεγάλη προσφορά του Αθανασίου αφορά στον αγώνα του για την «ορθή» πίστη, κατά την αντιμετώπιση της αίρεσης του Αρειανισμού.

Ο ποιητής εστιάζει στην συναισθηματική-ανθρώπινη κατάσταση του Μεγάλου Αθανασίου και στη δυσχερή θέση στην οποία βρίσκεται. Από την άλλη, ο ποιητής χρησιμοποιεί μόνο μία λέξη και μάλιστα αρνητικά φορτισμένη για τον Ιουλιανό, «τὸ κάθαρμα», και αφιερώνει σ’ αυτόν μόνον ένα στίχο, αυτόν που αναγγέλλει τον θάνατό του. 

Ο Καβάφης, προσεκτικός αναγνώστης της ποίησης του Τέννυσον και επηρεασμένος βαθιά από αυτόν, πίστευε πως το ποίημα τούτο του Τέννυσον «δεν είναι άξιον του θέματος», πως ο δραματικός μονόλογος χρησιμοποιήθηκε «με τρόπο κοινό, σχεδόν τυχαίο», και πως μολονότι περιέχει «μερικούς καλοφτιαγμένους στίχους πέφτει ως προς τον τόνο». Μπορούμε να πούμε ότι ο Συμεών  του Καβάφη είναι η απάντηση του Αλεξανδρινού στον μεγάλο Άγγλο τεχνίτη του στίχου. 

Στο  «Αθανάσιος» ο Καβάφης οδηγεί τον αναγνώστη αβίαστα στο συμπέρασμα πως ο θάνατος του διώκτη οδηγεί στη σωτηρία του θύματος. Και πράγματι, μετά τον θάνατο του Ιουλιανού, ο Αθανάσιος και γλύτωσε και «τῆς Ἐκκλησίας τῶν Ἀλεξανδρέων ἐγκρατὴς ἐγένετο».

Ο παραβάτης αυτοκράτορας πρωταγωνιστεί σε πολλά καβαφικά ποιήματα, λες κι ο Καβάφης εντυπωσιάζεται από την τόλμη του Ιουλιανού να διώξει τον χριστιανισμό και να επαναφέρει την αρχαία θρησκεία. Σίγουρα, πάντως, ο Καβάφης ενδιαφέρεται πολύ γι’ αυτή την ιστορική μετάβαση από τον αρχαίο στον χριστιανικό κόσμο.

Αυτό φαίνεται έντονα στο ποίημα «Oι Άγιοι Επτά Παίδες», που έγραψε ο Καβάφης τον Ιανουάριο του 1925 και ανήκει στα «Ατελή». Επτά παιδιά, σύμφωνα με τον Συναξαριστή, κατηγορήθηκαν επί αυτοκράτορα Δεκίου (251) για τη χριστιανική τους πίστη. Προκειμένου να αποφύγουν το διωγμό, μοίρασαν όλα τα υπάρχοντά τους στους φτωχούς και αποσύρθηκαν σε σπήλαιο της Εφέσου, κοιμήθηκαν και ξύπνησαν έπειτα από σχεδόν 200 χρόνια, επί βασιλείας του αυτοκράτορα Θεοδοσίου Β’ του Μικρού (445).

Μάλιστα, το “ξύπνημά” τους ήταν απτό δείγμα της ανάστασης των νεκρών, που την εποχή εκείνη αμφισβητούσε μια αίρεση.

Η Εκκλησία τιμά την μνήμη των Αγίων Επτά Παίδων δύο φορές τον χρόνο. Στις 4 Αυγούστου και στις 22 Οκτωβρίου.

Στον Καβάφη οι Άγιοι Επτά Παίδες εν Εφέσω είναι σχεδόν αδιάφοροι για τα εγκόσμια και, παραδόξως, αδιάφοροι και για τον θριαμβεύοντα χριστιανισμό.

Ο Καβάφης  λίγους μήνες πριν πεθάνει, συγκεκριμένα μεταξύ Νοεμβρίου 1932 και Απριλίου 1933 (πέθανε στις 29 Απριλίου 1933, ημέρα των γενεθλίων του) έγραψε το τελευταίο ποίημα της ζωής του, το οποίο δεν πρόλαβε να το δημοσιεύσει σε μονόφυλλο, όπως συνήθιζε, με τον τίτλο “Εις τα περίχωρα της Αντιοχείας”. 

Μία παρατήρηση εδώ που χρήζει ιδιαίτερης ανάλυσης: Η Αντιόχεια είναι η πόλη του Καβάφη! Έχει αφιερώσει σ’ αυτήν τη σημαντική πόλη αρκετά ποιήματα, παρ’ ότι δεν πήγε ποτέ. Είναι γι’ αυτόν “η μοιραία πόλις”, η πόλη με τον “περιλάλητο βίο”, είναι η “περιώνυμος Αντιόχεια”, η “παλαιόθεν ελληνίς”. 

Το τελευταίο ποίημα του Αλεξανδρινού αναφέρεται σε ιστορικό περιστατικό του 362 μ.Χ., όπως μας το παραδίδουν εκκλησιαστικοί ιστορικοί του 4ου μ.Χ. αιώνα. Ο Ιουλιανός επισκέπτεται την Αντιόχεια ως αυτοκράτωρ, όταν μαθαίνει πως οι ιερείς του Απόλλωνα δεν θέλουν να δώσουν χρησμό, γιατί εκεί κοντά στο άλσος της Δάφνης, προάστιο της Αντιόχειας, ήταν θαμμένος ο μάρτυρας και επίσκοπος της Αντιόχειας Βαβύλας (η μνήμη του γιορτάζεται στις 4 Σεπτεμβρίου). Εκνευρισμένος ο Ιουλιανός διατάζει να μεταφέρουν οπωσδήποτε σε άλλο μέρος το λείψανό του. Πραγματικά οι χριστιανοί μεταφέρουν αλλού το λείψανο του μάρτυρα Βαβύλα. Όμως μέσα στη δίνη εκείνων των γεγονότων συνέβη κάτι αναπάντεχο: ξέσπασε μία μεγάλη φωτιά. Ο Ιουλιανός διέδωσε πως οι χριστιανοί έβαλαν τη φωτιά, όμως ο Καβάφης παίρνει το μέρος των χριστιανών: «Aς πάει να λέει. / Δεν αποδείχθηκε· ας πάει να λέει. / Το ουσιώδες είναι που έσκασε».

Μία παρατήρηση εδώ που χρήζει ιδιαίτερης ανάλυσης: Η Αντιόχεια είναι η πόλη του Καβάφη! Έχει αφιερώσει σ’ αυτήν τη σημαντική πόλη αρκετά ποιήματα, παρ’ ότι δεν πήγε ποτέ. Είναι γι’ αυτόν “η μοιραία πόλις”, η πόλη με τον “περιλάλητο βίο”, είναι η “περιώνυμος Αντιόχεια”, η “παλαιόθεν ελληνίς”. 

Στη διαμάχη Ιουλιανού-Βαβύλα, ο Γιώργος Σεφέρης παρατηρεί πως ο Καβάφης τάσσεται αναμφισβήτητα με τον Βαβύλα. Το λείψανο του μάρτυρα Βαβύλα του θυμίζει έντονα την τραγική κατάληξη της ζωής που δεν είναι άλλη από το θάνατο. Συλλογιζόμουν» γράφει ο Σεφέρης «τον τελευταίο καιρό του Καβάφη καθώς τριγύριζε από εξάντληση σε εξάντληση, ή από νοσοκομείο σε νοσοκομείο· όχι πια ένα γερασμένο σώμα, αλλά ένα λείψανο, ένας Βαβύλας. Κανείς δεν ξέρει με τι παράξενα αποθέματα μέσα στο θάλαμο ή έξω από το κατώφλι της συνείδησης γίνεται ένα ποίημα».

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ

Στο περίφημο ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ, το οποίο, ως γνωστόν, είναι δομημένο βιβλικά, θα λέγαμε, και εμπνευσμένο από την υμνολογία της Εκκλησίας, διαβάζουμε στο ΔΟΞΑΣΤΙΚΟΝ:

ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ εορτάζοντας τη μνήμη 
των αγίων Κηρύκου και Ιουλίτης 
ένα θαύμα να καίει στους ουρανούς τ’ αλώνια 
ιερείς και πουλιά να τραγουδούν το χαίρε

Και ακολουθούν οι Χαιρετισμοί του Ελύτη στην ιδανική κόρη, κατά μίμησιν των Χαιρετισμών της Παναγίας.

Ο Ελύτης εδώ μνημονεύει τους αγίους Ιουλίτα και Κήρυκο. Μητέρα και τριετής γιός, που μαρτύρησαν επί αυτοκράτορα Διοκλητιανού, στο τέλος του 3ου αιώνα.

Ο Οδυσσέας Ελύτης είναι θαυμαστής του βυζαντινού υμνογράφου και ποιητή των Κοντακίων αγίου Ρωμανού του Μελωδού και μάλιστα του έχει αφιερώσει ένα πολύ ιδιαίτερο δοκίμιο, που το έγραψε το 1975, πριν 50 χρόνια.

Το δοκίμιο αποκαλύπτει μια ξεχωριστή ποιητική σχέση με εφαλτήριο τη γλώσσα. Ο Ελύτης θεωρεί πως ο Ρωμανός «παραμένει μοναδικός, ο πλησιέστερος και προς τους αρχαίους και προς τους σύγχρονους ποιητές μας· ένας κρίκος ανοξείδωτος ανάμεσα σε δύο μεγάλες περιόδους ενός και του ίδιου πολιτισμού… πρόκειται για ρήσεις όπου τα μέταλλα της γλώσσας και των εικονιστικών στοιχείων συγχωνεύονται. Και όπου η διατύπωση μιας αλήθειας είναι και η διέγερση ενός κόσμου αφομοιώσιμου από την προσληπτικότητα της φαντασίας μας. Αυτές είναι που ψηλαφώ τώρα στο Ρωμανό…».

Στο δοκίμιο, το θέμα του Ελύτη είναι κυρίως η γλώσσα του Ρωμανού. Έτσι, ο ποιητής παραθέτει κι ένα «πρόχειρο», όπως το χαρακτηρίζει, «Γλωσσάριο» του Ρωμανού, το οποίο καταδεικνύει την επιμέλεια του Ελύτη και την ουσιαστική προσέγγισή του στην ποίηση του βυζαντινού υμνογράφου. Επίσης, παραθέτει στίχους και ημιστίχια με εκφραστικές επιτυχίες του Ρωμανού, ο οποίος «σαν χειριστής του γλωσσικού οργάνου, έφτασε χάρη στην ιδιοφυΐα του, ν’ αγγίζει τη σπανιότητα στην έκφραση και να τη συλλάβει αυτογέννητη, ταυτισμένη με την υπερβατική εικόνα».

Στο δοκίμιο συναντάμε και την εμβληματική γνωμάτευση του Ελύτη:

«Το σχέδιο διαγράφεται καθαρά στον ποιητικό ορίζοντα: τρεις κολώνες που συγκρατούν τις καμπύλες των αψίδων σε μίαν από τις προσόψεις του ενιαίου ελληνικού λόγου: Πίνδαρος, Ρωμανός ο Μελωδός, Ανδρέας Κάλβος».

Στο δοκίμιο, το θέμα του Ελύτη είναι κυρίως η γλώσσα του Ρωμανού. Έτσι, ο ποιητής παραθέτει κι ένα «πρόχειρο», όπως το χαρακτηρίζει, «Γλωσσάριο» του Ρωμανού, το οποίο καταδεικνύει την επιμέλεια του Ελύτη και την ουσιαστική προσέγγισή του στην ποίηση του βυζαντινού υμνογράφου. Επίσης, παραθέτει στίχους και ημιστίχια με εκφραστικές επιτυχίες του Ρωμανού, ο οποίος «σαν χειριστής του γλωσσικού οργάνου, έφτασε χάρη στην ιδιοφυΐα του, ν’ αγγίζει τη σπανιότητα στην έκφραση και να τη συλλάβει αυτογέννητη, ταυτισμένη με την υπερβατική εικόνα».

Οι αναφορές στην αγία Μαρίνα, μια δημοφιλή αγία του καλοκαιριού (17 Ιουλίου) είναι πολλές και διάσπαρτες:

Ήδη στο Άξιον εστί: 

Είδα πέρα, μακριά, στην άκρια της ψυχής μου             

μυστικά να διαβαίνουνε 

φάροι ψηλοί ξωμάχοι Στους γκρεμούς τραβερσωμένα κάστρα 

Τ’ άστρο της τραμουντάνας Την αγία Μαρίνα με τα δαιμονικά …

Στον Μικρό Ναυτίλο η αγία Μαρίνα έχει την τιμητική της: 

Τα παμπάλαια πράσινα και τα χρυσά κείνα που μέσα μας 

Έχουν παντοτινές δεκαεφτά Ιουλίου. 

Ν’ ακουστεί και πάλι της αγίας Μαρίνας το νερό στις πέτρες 

Στον Ταξιδιωτικό του Σάκο ΟΤΤΩ ΤΙΣ ΈΡΑΤΑΙ, ένα από  Τα Στιγμιότυπα είναι το εκκλησάκι της αγίας Μαρίνας στα Μυστεγνά της Λέσβου, από την οποία είχε καταγωγή ο Ελύτης:

ΜΥΤΙΛΗΝΗ 

Στα Μυστεγνά, πρωί, ανεβαίνοντας τους ελαιώνες για το εκκλησάκι της Αγίας Μαρίνας. Το βάρος που νιώθεις να σου έχει αφαιρεθεί σαν αμαρτία ή τύψη και χωνεύεται από το χοντρό χώμα, λες και το τραβά η μεγαθυμία των προγόνων.

Στα  Ρω του Έρωτα συναντούμε το απίθανο Ντούκου ντούκου μηχανάκι. Τραγούδι, περισσότερο, παρά ποίημα. Με την τελευταία στροφή – προτροπή για να πάμε στην Αγια – Μαρίνα. 

Και τέλος, στα δημόσια και τα ιδιωτικά 

…Με τον ίδιο τρόπο που σ’ ένα πέτρινο, σχεδόν διάφανο ειδώλιο που λευκάζει κι αναδύεται από τα κύματα συμπίπτουν οι λιγοστές γραμμές της Πάρου ή της Σικίνου και οι πτυχές του μανδύα μιας αγίας Μαρίνας, η μιας Διαμάντως που εναποθέτει λουλούδια στον επιτάφιο. 

Οι άγιοι της 2ας Νοεμβρίου, οι αθλήσαντες εν γη Περσίας. Ακίνδυνος, Πηγάσιος, Αφθόνιος, Ελπιδοφόρος και Ανεμπόδιστος, είναι οι άγιοι της ημέρας των γενεθλίων του Ελύτη (γεννήθηκε 2 Νοεμβρίου 1911).

Έτσι προέκυψε το ποίημα  ΑΚΙΝΔΥΝΟΥ, ΕΛΠΙΔΟΦΟΡΟΥ, ΑΝΕΜΠΟΔΙΣΤΟΥ, του  Οδυσσέα Ελύτη  από  ΤΑ ΕΛΕΓΕΙΑ ΤΗΣ ΟΞΩΠΕΤΡΑΣ.

Ο ποιητής – ποιητική αδεία, προφανώς – κάνει το πεντάριθμον σύνταγμα των μαρτύρων τριάδα! Ο Πηγάσιος και ο Αφθόνιος τίθενται εκτός. Αισθητική, μα όχι μόνο, θαρρώ, η προτίμηση. Θα ‘λεγε κανείς πως ο ποιητής καταθέτει την “αφοβιά” – Ακινδύνου, την ελπίδα – Ελπιδοφόρου – και την ελευθερία – Ανεμποδίστου, σαν προμετωπίδα στο ταξίδι του που μέλλει να κάνει με μια βάρκα…

Μα υπάρχει κι άλλο ένα στοιχείο που ενώνει Ελύτη και τους αγίους της 2ας Νοεμβρίου. Στην αγαπημένη του Λέσβο, απ’ όπου και καταγόταν, στην κοινότητα Μυστεγνά, κάθε τέταρτη Κυριακή μετά το Πάσχα γιορτάζουν στο μικρό ξωκλήσι, το χαμένο μες στους ελαιώνες, τη μνήμη των Αγίων Ακινδύνων με θυσία ταύρου!  Όπου “Άγιοι Ακίνδυνοι” η πενταυγής ομήγυρις των μαρτύρων της 2ας Νοεμβρίου.

Πάντως στο ποίημα “Ακινδύνου, Ελπιδοφόρου, Ανεμποδίστου” κυριαρχεί το θέρος!  “Θα ‘ναι νύχτα και Αύγουστος…”, επαναλαμβάνει ο ποιητής και γενικά το κλίμα του ποιήματος μόνο Νοέμβριο δεν θυμίζει…

Ας κρατήσουμε τον στίχο του ποιητή από το ποίημα των αγίων των γενεθλίων του:

Δεν εγεννήθηκα ν’ ανήκω πουθενά.

Τιμαριώτης τ’ ουρανού κει πάλι ζητώ ν’ αποκατασταθώ

Στα δίκαιά μου.


Το κείμενο αποτελεί απόσπασμα της ομιλίας του συγγραφέα στο πλαίσιο της διάλεξης με θέμα «Το Θρησκευτικό στοιχείο στη νεοελληνική πεζογραφία και ποίηση» του κύκλου διαλέξεων «Καιρός του Ποιήσαι» της Ακαδημίας Θεολογικών Σπουδών Βόλου που πραγματοποιήθηκε στις 12 Φεβρουαρίου 2025.

Παναγιώτης Αντ. Ανδριόπουλος

Ο Παναγιώτης Αντ. Ανδριόπουλος γεννήθηκε στην Πάτρα. Σπούδασε θεολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών με μεταπτυχιακές σπουδές στην περίοδο της Τουρκοκρατίας. Παράλληλα σπούδασε βυζαντινή και ευρωπαϊκή μουσική. Το 2004 ίδρυσε το Καλλιτεχνικό Σύνολο «Πολύτροπον». Συμμετέχει με ανακοινώσεις του σε επιστημονικά συνέδρια, ενώ μελέτες του για τη θεολογία και τον πολιτισμό έχουν δημοσιευθεί σε διάφορους επιστημονικούς τόμους. Διατηρεί το ιστολόγιο Ιδιωτική Οδός και τον ιστότοπο Φως Φαναρίου (ο οποίος καλύπτει αποκλειστικά το Οικουμενικό Πατριαρχείο). Είναι συγγραφέας ενώ επίσης επιμελείται και παρουσιάζει τη διαδικτυακή εκπομπή «Προς Εκκλησιασμόν», όπου φιλοξενούνται προσωπικότητες του πνεύματος και της τέχνης.

Το ιστολόγιο «πολυμερώς και πολυτρόπως» προάγει τον διάλογο και τη συζήτηση για θέματα που σχετίζονται με την Ορθόδοξη θεολογία και παράδοση, με τις άλλες χριστιανικές παραδόσεις, καθώς επίσης και με ζητήματα διαθρησκειακού διαλόγου. Οι απόψεις που εκφράζονται από τους συγγραφείς των επιμέρους άρθρων δεν εκφράζουν απαραίτητα τις θέσεις της Ακαδημίας Θεολογικών Σπουδών Βόλου.

Προηγούμενο άρθρο

Ελευθεριακοί Χριστιανοί: απογυμνώνοντας τα brand της βλασφημίας και της αγανάκτησης

ΜΗΝ ΤΟ ΧΑΣΕΤΕ